ὕδρος


ὕδρος
ὕδρος, , (1) die Wasserschlange; (2) ein kleineres Wassertier

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὕδρος — water snake masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύδρος — (Αστρον.). Μικρός αστερισμός του νότιου ημισφαίριου, που βρίσκεται μεταξύ των δύο Νεφών του Μαγγελάνου, ανάμεσα στους αστερισμούς του Ηριδανού, της Τουκάνας, του Οκτάντος, της Τραπέζης, της Δοράδος, του Δικτύου και του Ωρολογίου. Ο λαμπρότερος… …   Dictionary of Greek

  • ὕδροι — ὕδρος water snake masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕδροις — ὕδρος water snake masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕδροισιν — ὕδρος water snake masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕδρον — ὕδρος water snake masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕδρου — ὕδρος water snake masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕδρους — ὕδρος water snake masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕδρων — ὕδρος water snake masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕδρῳ — ὕδρος water snake masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύδωρ — το / ὕδωρ, ατος, ΝΜΑ, και ὕδρω, και βοιωτ. τ. οὕδωρ και μτγν. ὕδος, Α (στην νεοελλ. λόγιος τ.) το νερό 2. φρ. α) «γην και ύδωρ» βλ. γη β) «ύδατος και γης απαγόρευσις» (στην αρχ. Ρώμη) μορφή εκούσιας εξορίας ενός εγκληματία στον οποίο απαγορευόταν …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.